Αυτό - blog κοινότητα μας, όπου μπορείτε να αφήσετε τα σχόλιά σας σε αρχεία.
Σχόλια: 0 Εμφανίσεις: 14 Ομάδα: Γενικά
ΚασσωπαίοιΜολοσσοίΣελλοίΤυμφαίοιΠαρωραίοιΑίθικεςΤάλαρεςΑθαμάνεςΑμφιλόχοι
ΚερκυραίοιΣυρακόσιοιΓελώοιΑκραγαντίνοιΣελινούντιοι
Σχόλια: 0 Εμφανίσεις: 353 Ομάδα: Γενικά
ΚΩΣΤΑΣ ΛΙΑΝΟΣ Μεταγωγικός«Μόλις ξυπνήσαμε άρχισαν να μας πυροβολούν»Αγρότης και αυτοδίδακτος μηχανουργός ο Κώστας Λιανός (1917), από το Παλαιοχώρι της Λοκρίδας, κατετάγη κληρωτός το 1938 και υπηρέτησε 8 μήνες ως προστάτης οικογένειας στο περίφημο 542 Σύνταγμα Ευζώνων της Λαμίας. Στις 20 Αυγούστου 1940 επιστρατεύεται πάλι στο ίδιο Σύνταγμα, με την ειδικότητα του μεταγωγικού, και η ιταλική επίθεση βρίσκει τη μονάδα του (Λόχος Διοικήσεως του 1ου Τάγματος) στο μοναστήρι της Κληματιάς, στην Τσαμουριά. Η μονάδα του, με τα ηρωικά μεταγωγικά της, παρέμεινε στο μέτωπο μέχρι την ημέρα της κατάρρευσης και ο Κώστας, όπως όλοι οι στρατιώτες, παίρνει το δρόμο της επιστροφής στο χωριό με τα πόδια έχοντας συντροφιά το άλογο, Καρατζίκο το έλεγε, με το οποίο είχε δεθεί όλο αυτό το διάστημα, καθώς και ένα μουλάρι που μάζεψε στο δρόμο.
Σχόλια: 1 Εμφανίσεις: 654 Ομάδα: Γενικά
Αααα; =τι είπατε;αααααααα =σωστά, ή κατάλαβαα! α! α! =ναι! ναι! ναι!απάν - απκάτ - σιακεί - σιαπάν= δήλωση κατεύθυνσηςαπθώνω =αφήνω κάτι κάπουαποσβολώθκα= μου πετάχτηκαν τα μάτια έξωαντραποδίθκα =περδικλώθκα, σκόνταψααπστόμσει= αναποδογύρισεαπόστασα =κουράστηκααφσκιά = ασχήμια!ακορμένομαι =ακούω με προσοχήαπδισιά =πήδημααπήδσα μσουρανίς= σηκώθηκα στον αέρααναμέρα= κάνε άκρηαρπαλίκι= η γκλίτσααστόησα =ξέχασααλσίβα = απορρυπαντικό του παλιού καιρού φτιαγμένο από στάχτηαπστόμσε =αναποδογύρισεαύλακας ==αυλάκι, ρυάκιάμπνασόμπ ου διάουλους άντε που να σου μπει ο διάολοςάμνασίεθαβα= άντε που να σε έθαβααποκουντριασμένους =αποχαυνωμένοςαλλομανάω= μακελεύω, λιανίζωαναχιτώνω =αγριεύωαντράλα, χαρβαλασιό = φασαρίααντάρα = ομίχλη, θολούρααναφανταλιά (μου'ρθε αναφανταλιά) =ζαλίστηκαΒβατσνιά =αγκάθια - πουρνάριαβερβέριξε το πετσί μου= ανατρίχιασαβέλαξα(απ'τον πόνο) =φώναξα δυνατά ή πόνεσα πολύβαλάντωσα (στό κλάμα) έκλαψα πάρα πολύβρούδια =αυτοσχέδιες πισίνες της φύσης στα ποτάμιαγγούπατο =εσοχήγκλαγκανάω =καταπίνω με έντονα γλου-γλουγατσούλι= γατάκιγούρμασε =ωρίμασεγκοέρα =στην κυριολεξία, το θηλυκό του σταγαλινίου, χρησιμοποιείται ως έκφραση και για τους gay.γκαβώθκα =τυφλώθηκαγκλιορεύω= είμαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι, πριν με πάρει ο ύπνοςγίγκει =αόριστος του γίνομαιγέρεψα= γιατρεύτηκα, έγινα καλά - έγινα γερόςγρούσπα =κουφάλα, τρύπαγραδώνω στριμώχνω,αγκιστρώνω, σκαλώνω , μπλέκομαιγκεύω =βουτάω, μουσκεύω (να γκέψω λίγο ψουμάκ')γκουστέρα =μεγάλη πράσινη σαύραγουργουλεύω =ανακατεύωγκρικι= πισινόςγύκος= σωρός από στρώματαμη μι γκιουιζ =μη με αγγίζειςκαταϊ =κάτωΔδαμάλι= ταύροςδρασκέλατο =απήδατο, πηδηξέ τοΖζαλοκνιέμαι =ζαλίζομαι, κουνιέμαιζάρκο= γυμνό, ξεμπλέτσοτοζβάου= σβήνωζίβα =σβήσεζίβα τ'φεξ σβήσε το φωςζαφτω= πέφτωζγουρ= ζυγούριζλάπ το ζώο γενικώς, ατίθασος άνθρωποςζαβλακώθκα =νύσταξα ή δεν ξέρω που είμαιζγώνω =πλησιάζωζμπύλ(η) =στην πύλη (αρτινός φρουρός στο στρατό)ζμπάω =βάζω - σπρωχτάζαγκανιέμαι =κουνιέμαι ρυθμικάζμάχια =πράσινο υδρόβιο φυτό του γλυκού νερού.γλυστράνε πιο πολύ από μπανανόφλουδαζαλγκόθκα =μεταφέρω κάτι στην πλάτη (συνήθως ξύλα)Κκαρκαμπίλα =ήλιος καυτόςκαρκόθκα =πνίγηκακατσκανάρ =ζωηρόςκλιορεύομαι= κοιμάμαικλιτσινάρ αδύνατοςκοντοτούρτα =σκορπιός (σε μερικά χωριά των Τζουμέρκων)κουρδκουγκλιέμαι ==κάνω τούμπεςκουτσιούμπλισα =στραμπούλιξα το δάχτυλο του ποδιού (σχεδόν πάντα το μεγάλο!)κορδομπούλιασε = σβόλιασεκαλογιάννος= τό μικρό πουλάκι κι αυτόκριτσάλσε =κριτσάνησε ή κάτι τέτοιοκαλοσκέρσα =πρωτοδοκίμασακύκαρη =φλιτζάνικουτσούνα =μικρό ζυμωτό ψωμί με ζάχαρη ψημένο στα κάρβουνακρεβατίνα= κληματαριά, που χρησιμοποιείται για ίσκιοκαρδάρα μεταλλικός κουβάς για το γάλακοτοπούλι =κοτόπουλοκαλιγκότς =κάποιος κουβαλάει κάποιον στην πλάτη τουκοκονάκι οταν κάποιος κάθεται με λυγισμένα τα γόνατα.κοσά =τό δρεπάνικοσί γρήγορακρένω= μιλάωκοματσιούλι =μικρό τεμάχιο ψωμιού συνήθως υπόλειμμακατσούλα =η κουκούλα,από πανοφώρικαρκαριέμαι =γελάω δυνατάκριτσίλωσε =στράβωσε (τόσο που έγινε σχεδόν κόμπος)κοκόσιες καρύδεςκλαπατσίγκανα =όργανα, ορχήστρακαρκαλοϊόται =κακαρίζει (η κότα)κρούω= αγγίζωκριτσιανοβόλσε =έσπασε με δυνατό θόρυβοκούρβαλα= μπελάδεςπλιτσίκι= μούσκεμακαρκαλοϊτό =ανακοίνωση νέου αυγού από την κότακοδέλα= κλειστή στροφήκουρδουκλίεμαι =κάνω τούμπες, στριφογυρνάωκουμάσι =γουρουνόσπιτο(παλιάνθρωπος)καρδιλάγγος, καταπιόνας= λαιμός(καρδιλαγγονιά δεν υπάρχει)καταψιά =γουλιά ή μπουκιακουκουμέλα = μανιτάρικούντρισα =χτύπησα το κεφάλι μουκαρυδώνω =πνίγω (θα τ'καρυδώσω)καστραβέτς= αγκούρικιο= αφού (κιο δεν έχω φράγκο)Λλάιος =μαύρος(γ)λαρωνω =ησυχαζωλαβίδα= κουτάλιλούτα =Η αχτένιστη,απεριποίητη γυναίκαλιόκια =αρ***αλιμπά= λιόκιαΛιάρδα= φσέκι, μεθώλάκσα (πλυθ. λακίσαμαν) =πήρα δρόμο, έφυγα τρέχονταςMμαβλάω =προσκαλώ τα ζωντανά ή τα κατοικίδιαμαντζακούπ =αντρικό γεννητικό όργανο!μαντρί =στάβλοςμαρκούτσ =Ξύλο, αντικό όργανο, κάτι που δεν ξέρω πως δουλεύει, τηλεκοντρόλ (φέρ'το μαρκούτσ)μπόκαλο= μικρή πέτραμαρμίτα =τα λεφτάματουϊάλα =γυαλιά οράσεωςματσλάω μασάωμουλοκάναρο τό αποτέλεσμα ζευγαρώματος, ανάμεσα σ'ένα στραγαλίνι κι ένα καναρίνιμπαϊλσιά =ζαλάδαμπαϊλσα =ζαλίστηκαμπακακάκι =βατραχάκιμπακανιάρικο =τό παιδί,πού εχει πρησμένη κοιλιάμπακάνιασα =πρήστηκα, από το πολύ νερό, ποτόμπακατσέλη =μπακακάκιμπακτσές τό χωράφι μάλλονμπαρχάλα =διχάλαμπασιά= έχει ρεύμα, φυσάειμπζιάκα =βατράχι - vampire μεγάλου μεγέθους που πίνει αίμα από πρόβαταο μπζιάκας =αυτός που είναι χοντρούληςη μπζιάκα είναι επίσης γνωστή και σαν "μπράσκα", εξ ού και ο "μπασκοκοίλης"μπηχτοκέφαλα =με το κεφάλι κάτωμπλαθρώνω =σκεπάζω κάτι πρόχειρα, καλύπτωμπλαντάμ =ό άχαρος, χοντροκομένος άνθρωποςμπελι =(μόνο την κυριολεξία ) πτυοσκάπανομπλετσιανάω πλατσουρίζω ή κάνω μπάνιο σε ρηχά νεράμπολιάζω εμβολιάζωμπουρμπούτσιαλο =έντομομπομπότα= τό ψωμί από καλαμπόκιμπραστ= έφυγε γρήγοραμπστούρια= πέτρεςμσαφιραίοι= επισκέπτεςμτσούνια μούρημχαρής= καμινάδαμόσκι= μοσχάριμπεκιώνα =κανάταμαρκαλάω =κάνω sexματζαφλάρ =κάτι μακρύμαβλάω φωνάζω (τις κότες ή τα πρόβατα)μπασκίνας =χωροφύλακαςμπούγλα τενεκέςτον μούτεψα =τον διέλυσαΝντζιομανίκι= γκλίτσα, μαγγούρανταούλιασε= μέθησεντζιοπάνς γιδοβοσκός (γκλίτσμαν)νομ' ή ναμ' =δώσε μουνέσπλο= μούσμουλονταβλαρώθκα έπεσα κάτω ή ξάπλωσα απότομαντμπάτσαμαν =την πατήσαμεΞξαποστάζω =ξεκουράζομαιξιμπλιέτσοτο= γυμνόξιτσαουλιάστκα= μου έφυγε το στόμα μου έφυγε το σαγόνιξεντραχτώθκα διαλυθηκαξεσκλάω σκίζωξεκλιτσνιάσκει, ξεφιστουκιάσκει= διαλύθηκεξεσκανταλίσκει =απορυθμίστηκεξετσόνιασες= απέκτησες θάρροςξεμτσουνιάσκαν =τράκαραν μετωπικάξεμοτόχου =αποκλειστικάξεσφυρου =χώνωξίκι να γένει =κομάτια να γίνειΟΟύι= Συνήθως εκφράζει έκπληξηΠπλομάτσα =στρώμαπομποσιά ασφυξίαπουμπόθκα =πνίγηκα - δεν μπορώ να πάρω ανάσαπριτσιαλάω =κάνω sexπριτσαλίστκα =κάηκαμ΄πρισκάλσι =στραβοκατάπιαπλακοπάϊδα =παγίδα για πουλιά με επίπεδη πέτραπαρασόλισα =φοβήθηκα, τρελάθηκαπτσάς =υποτιμητικά ο άνδραςπτσαρας =αγορι (αντίθετο τσουπρα=κοριτσι)πρατίνα =προβατίναπσλά =ψηλάπλακόφωνο =πικάππράματα =τά πρόβαταπετσί =επιδερμίδα, δερμα σύνταξη με πετσί (πετσώνω=καλύπτω επιφάνεια αλλα και κάνω sex, βερβέριξε το πετσί μου=ανατρίχιασα, θα σ΄σκωσω το πετσί=θα σε κάψω ή θα σε κερδίσω στη δηλωτή, στα πετσιά μου= στα αρχ***α μου)πρατζαφίλια =μικρά τεμάχια -παρελκόμενα-μικρής χρηστικότητας!πετρόβεργο= πλάστης για πίτεςπιπίτιασα δίψασα πολύπουνιάζομαι =τρώωποστιάζω βαζω το ένα πάνω στο άλλοπάφλας(πλυθ. παφίλια) τενεκές τσίγκινος (ή μυαλό άστα να πάνε...)πλουτούμ =μούσκεμαπεταστή =λαγάναπροφάν =τό καλαμάκι(μέ αυτό πού ρουφάν)πααίνω αντικιαστά =πάω στα τυφλάπθαμή= παλάμηΡρογγαλιάσκα =μου μπήκε ακίδαρογγαλιάσκα =μου μπήκε ακίδαρουπώνω χορταίνω, ρούπωσα=έφαγαρέκος =σπαρακτικό κλάμαρεκοβέλαξα =κλάμα και ουρλιαχτό στην ίδια κραυγή (στούμπσα το δάχλο=αιτία για ρεκοβέλασμα)ρόκα =καλαμπόκιρεχατιάζω =ξεκουράζομαι-λαγοκοιμάμαιΣσβόηρας - κατσκανάρ =ζωηρόςσκρούμπος =κάηκε εντελώς - καρβουνιάστηκεσφρουτζούλατο =πέτα τοσκαφίδα μεγαλη λεκάνησφαλαγγούδια αράχνεςσκανταλάρια =εξαρτήματα για την παγίδα παραπάνωσαφρακιασμένο =tό αδύνατο ή αδύναμο, τό κακόμοιροσπλιτζάρ= τό μικρό πουλάκισιάφαρο= άσχημη γυναίκασάφαρο= ασχημος ή άσχημησιέρπετο =φίδι (ή άσχημη γυναίκα)σκρούμπος =κάτι καμμένοσαλιβάρι φερετζές για ζώα(προς αποφυγή δαγκώματος)σφουγγάω =σκουπίζωσαρμανίτσα =κούνιασκλέντζα είδος παιχνίδιουσιούγκρα τον σκουντησέ τονσιουρμανάω =σφυρίζω δυνατάσπρούχνη (χόβολη) =στάχτη με κάρβουνασκόπι =ραβδί-μπαστούνισαλακατές =φασαρίασφρίδα =πρωκτόςσιλούντιασα =ζαλίστηκα - μπερδεύτηκασατλά =χαζάμε σιούρξε =ξεπάγιασαΤτένες =αθλητικά παπούτσιατσαρναράει =στάζει - τρέχει νερότσικλίσκα σκίστηκατράω =κοιτάζωτσιροπούλι =μικρό πουλίτσιοκανάω =ευνουχίζωτσακμάκι αναπτήρας(περίπου)τσιόκος ή τζιόκος= πέος (στο τζιόκο μου=στο που*σο μου, κλάσε μας το τζιόκο)τλώνω (αόριστος τίλωνα) =γεμίζω ασφυκτικάτίγκα =γεμάτο όσο δεν παίρνει άλλοξανθιά πωλήτρια: θα πληρώσετε με πιστωτική;αρτινός: τ΄ν ΄νει τίγκα(γεμάτη)ξανθιά πωλήτρια: μ... δεν συνεργαζόμαστε με αυτή τη μάρκατσιακναρίδα =πολύ λεπτή γάμπατσίφλια(τα) =μάτιατσέρλο= ρευστά κόπρανατσιαούλια= σαγόνιΦφαρμακώθκα σ=τεναχωρήθηκαφραστ =γρήγορη κίνησηφκάρι= θήκηφκιαρ' =το φτιάριφουρδακλιάζω πήρα φωτιάφκαρ =η φλούδα που μένει από τα ξερά φασόλια, μεταφορικά: άχρηστος άνθρωπος: είσαι φκαρφλιτράω πετάωφουρτουλάω πετάωφρουτζούλα το =πεταξέ τοφσέκι =Λιάρδα, μεθώΧχιζουβόλσια =χέστηκα!χλιάρ =κουτάλιχαλεύω =ζητάωτσ'χάλεψα ψουμάκι = της ζήτησα φαγητότσ'χάλεψα **ί = της ζήτησα να κάνουμε έρωταχάθκαμαν =χαθήκαμεχλιιμάρα η έντονη μιζέριαχυμονικό καρπούζιΕΚΦΡΑΣΕΙΣ - ΑΠΟΡΙΕΣΑϊ τσα χπαν = έλα επάνωμη ζγωνς ντηπ, μέσα ειν' τίγκα = μην πλησιάζεις, μέσα είναι γεμάτο κόσμοΖτπαμπ ζπρωτ = "Στην πάμπ την πρώτη" (την καλύτερη...)μη μ΄σκονς αλμπασία = μη με ενοχλείςαπό που ξεκάμπσες; = από που εμφανίστηκες;πραζ' αντράω; = πειράζει αν βλέπω και εγώ;Που γκιζιράτι ζαλιάρκα, κουσί να πουνιαστίτι = που γυρνάτε διαβολόπαιδα, ελάτε γρήγορα να φάτεΖάρκο Πάσπαλι = γυμνός πας πάλι, καθώς και γνωστός μπασκετμπολίσταςΣτο συνεργείο: Καπ απ'κατ, καπ καν γκαπ γκαπ = Κάπου στο κάτω μέρος του αυτοκινήτου, ακούγεται μεταλλικός επαναλαμβανόμενος θόρυβοςΑΠΕΙΛΕΣ - ΕΝΤΑΣΕΙΣ - ΒΡΙΣΙΕΣ - ΚΑΤΑΡΕΣθα ζμασω τα τσιαούλια = θα σου ρίξω γροθιά στο σαγόνιΘα σ'μιτρίσω τα παϊδιαΘα σ΄ μάσω τσ΄ μύτες...Θα σ΄ φάου του καρδιλάγγου (απάντηση: θα μ΄ κλάσεις το τζιόκο)αι γα..σ΄γαμουτου κιαρατό σ΄θα σι σκίσου στ'κλιαθα σι πιληκίσουθα σι ξισκίσουμη μα' μποχνς = μην σπρώχνειςμη μι' κρους = μην μ'ακουμπάςείσι μιτζμένου = είσαι μεθυσμένοςΘα σ' αφαλουκόψουΘα σε λιανίσουΘα σ' αλουμανίσουΘα σε ζάψουΘα σε φουρδακλιάσουΟυίιι παιδάκι μ' εσύ είσι πέρα τ'λάκα!Μπιτ ζλαπ!Δεν σ'κοβ' του κιφαλ'!να σε κλαιν 9 Μαρίες...να σε κόβ' η νίλα...να σε κόβ' η κλοια από κραμπολάχανο...θα σ' ξικολόσω τ'αυτιάθα ζ΄μαυρίσω τα καλαμίδια(χ)άι και σα ΄μπάρω του σκόπι, θα στ΄ αργάσω του τομάρ΄
Σχόλια: 1 Εμφανίσεις: 500 Ομάδα: Γενικά